Ο Πληθωρισμός Υποχώρησε, η Ακρίβεια Έμεινε

Με μια ματιά
- Ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε από 12,1% τον Ιούνιο του 2022 στο 3,4% τον Ιούλιο του 2026 — το επίπεδο των τιμών όμως δεν γύρισε πίσω.
- Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή είναι 26% υψηλότερος από το 2019: η επιβράδυνση του ρυθμού δεν σημαίνει φθηνότερα προϊόντα.
- Το 2026 ο ρυθμός ξαναεπιταχύνθηκε — μέσος όρος επταμήνου 3,9%, έναντι 2,6% στο αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Κάθε μήνα η ΕΛΣΤΑΤ ανακοινώνει έναν αριθμό και κάθε μήνα επαναλαμβάνεται η ίδια παρανόηση. Όταν ο πληθωρισμός πέφτει από το 12% στο 3%, οι τιμές δεν πέφτουν — απλώς ανεβαίνουν πιο αργά. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο είναι όλη η απόσταση που χωρίζει το οικονομικό δελτίο από το ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Δύο Γραμμές, Δύο Διαφορετικές Ιστορίες
Η λευκή γραμμή είναι το επίπεδο των τιμών. Η κυανή είναι ο ρυθμός μεταβολής του — αυτό που ονομάζουμε πληθωρισμό. Οι οικονομολόγοι παρακολουθούν τη δεύτερη· ο καταναλωτής ζει με την πρώτη.

Η κυανή γραμμή σκαμπανεβάζει, γυρίζει στο μηδέν, κάποιες φορές πέφτει και κάτω από αυτό. Η λευκή σχεδόν ποτέ. Από τον Ιανουάριο του 1959 μέχρι τον Ιούλιο του 2026 το επίπεδο τιμών στην Ελλάδα πολλαπλασιάστηκε 115 φορές. Δεν υπάρχει σημείο του γραφήματος όπου η λευκή γραμμή επιστρέφει σε προηγούμενο επίπεδο και μένει εκεί.
Σε λογαριθμική κλίμακα η ίδια γραμμή λέει κάτι διαφορετικό: ίση κάθετη απόσταση σημαίνει ίδιο ποσοστό μεταβολής, και η καμπύλη γίνεται τρία ευθύγραμμα τμήματα — απότομο από το 1973 ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σπάσιμο στην πορεία σύγκλισης προς το ευρώ, σχεδόν οριζόντιο από το 1998 ως το 2021. Για την τελευταία πενταετία οι δύο κλίμακες είναι πρακτικά ταυτόσημες: η λογαριθμική ξεχωρίζει μόνο όταν οι τιμές έχουν αλλάξει κατά τάξεις μεγέθους.

Τι Ακριβώς Μετράει ο Δείκτης
Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή —ΔΤΚ— καταρτίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ από το 1959 και μετράει τη μεταβολή των τιμών ενός σταθερού «καλαθιού» αγαθών και υπηρεσιών. Έτος αναφοράς είναι σήμερα το 2020, που ισούται με 100. Ο δείκτης του Ιουλίου 2026 βρίσκεται στο 125,1: το ίδιο καλάθι που κόστιζε 100 ευρώ το 2020 κοστίζει σήμερα 125.
Δύο διευκρινίσεις που συχνά παραλείπονται. Πρώτον, ο ΔΤΚ είναι μέσος όρος με στάθμιση — τα βάρη προκύπτουν από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών και ενημερώνονται ετησίως. Δεύτερον, το προσωπικό σας «καλάθι» σχεδόν ποτέ δεν συμπίπτει με το στατιστικό: ένα νοικοκυριό που ξοδεύει δυσανάλογα στο ενοίκιο ή στα καύσιμα βιώνει διαφορετικό πληθωρισμό από τον ανακοινωθέντα.
Δύο Κορυφές σε Εξήντα Επτά Χρόνια
Η υψηλότερη ένδειξη ολόκληρης της σειράς είναι ο Ιανουάριος του 1974: +33,6%, στον απόηχο του πρώτου πετρελαϊκού σοκ. Ακολούθησε μια ολόκληρη περίοδος όπου ο διψήφιος πληθωρισμός ήταν ο κανόνας — από το 1973 ως το 1994 δεν υπήρξε ούτε ένας χρόνος με μέσο ετήσιο ρυθμό κάτω από 10%.
Η κορυφή του 2022 —+12,1% τον Ιούνιο— υπήρξε το μεγαλύτερο σοκ των τελευταίων τριάντα ετών, αλλά σε ιστορικούς όρους παραμένει το ένα τρίτο του 1974. Η διαφορά είναι ότι το 2022 βρήκε μια κοινωνία που είχε συνηθίσει σε δύο δεκαετίες σταθερότητας.
Η Μία Φορά που οι Τιμές Όντως Έπεσαν
Υπάρχει ένα διάστημα όπου η λευκή γραμμή κάμπτεται πραγματικά προς τα κάτω: από τον Μάρτιο του 2013 έως τα μέσα του 2016 η Ελλάδα βρέθηκε σε αποπληθωρισμό, με χαμηλό το −2,9% τον Νοέμβριο του 2013. Το επίπεδο τιμών του 2016 ήταν χαμηλότερο από εκείνο του 2012.
Δεν ήταν, όμως, καλή είδηση. Η υποχώρηση των τιμών συνέβη μέσα σε βαθιά ύφεση, με συρρίκνωση εισοδημάτων και ζήτησης. Η μοναδική περίοδος στη σύγχρονη ελληνική ιστορία όπου τα πράγματα έγιναν φθηνότερα είναι και η περίοδος όπου οι περισσότεροι είχαν λιγότερα να ξοδέψουν.
Τι Δείχνει το 2026
Η αποκλιμάκωση από την κορυφή του 2022 ήταν ταχεία και έφερε τον ρυθμό στο 2,5% κατά μέσο όρο το 2025. Το 2026 όμως η πορεία άλλαξε: 5,4% τον Απρίλιο, με τη μέση τιμή του επταμήνου Ιανουαρίου–Ιουλίου στο 3,9% έναντι 2,6% στο αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η τελευταία διαθέσιμη ένδειξη, του Ιουλίου, είναι 3,4%.

Το γράφημα δείχνει ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές. Η κυανή γραμμή έχει επιστρέψει σχεδόν εκεί που βρισκόταν το 2019· η λευκή, που μετράει το επίπεδο τιμών με βάση τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς, βρίσκεται στο 125,6. Το ίδιο καλάθι έχει ακριβύνει κατά ένα τέταρτο μέσα σε επτάμισι χρόνια, και τίποτα σε αυτή τη γραμμή δεν υποδηλώνει επιστροφή.
Το στοιχείο δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί νέο πληθωριστικό κύμα. Χρειάζεται επιβεβαίωση από τη σύνθεση του δείκτη —πόσο οφείλεται σε ενέργεια και τρόφιμα και πόσο στον δομικό πληθωρισμό— καθώς και από την πορεία της ζήτησης. Δείχνει όμως καθαρά ότι η επιστροφή στον στόχο του 2% δεν είναι δεδομένη.
Τι Σημαίνει Αυτό για τον Καταναλωτή
Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι πρόβλεψη αλλά ανάγνωση. Ακόμη και αν ο πληθωρισμός σταθεροποιηθεί στο 2%, η λευκή γραμμή συνεχίζει να ανεβαίνει — απλώς πιο ήπια. Η αίσθηση της ακρίβειας δεν προκύπτει από τον τρέχοντα ρυθμό αλλά από τη σωρευτική απόσταση που έχει ήδη διανυθεί.
Η ουσιαστική ερώτηση, επομένως, δεν είναι πότε θα πέσει ο πληθωρισμός, αλλά αν τα εισοδήματα καλύπτουν τη διαφορά που έχει ήδη συσσωρευτεί. Ο ΔΤΚ απαντά μόνο στο πρώτο σκέλος.
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (2020=100,0), Πίνακες IV και V, χρονοσειρά Ιανουαρίου 1959 – Ιουλίου 2026· ΕΛΣΤΑΤ, Δελτία Τύπου ΔΤΚ 2026. Τα στοιχεία και οι συσχετίσεις δεν συνιστούν επενδυτική σύσταση.
Πιστοποιημένος Τεχνικός Αναλυτής (MSTA) και οικονομικός / αθλητικός συντάκτης με εξειδίκευση στις αγορές κεφαλαίου, τα συστήματα συναλλαγών και τις στρατηγικές trading.
Απόφοιτος του Τμήματος Στατιστικής του London School of Economics και Finance του ALBA Business School.














